You are here: Home » Θεωρητικοί προβληματισμοί » Ο Søren Kierkegaard , το Διαδίκτυο και η Πλάνη της Αφθονίας

Ο Søren Kierkegaard , το Διαδίκτυο και η Πλάνη της Αφθονίας

Τα  εισαγωγικά ερωτήματα

Μπορεί ένας φιλόσοφος του 19ου αιώνα να μας βοηθήσει να δούμε πιο καθαρά τη σχέση μας με το διαδίκτυο; Μπορεί η σκέψη του να μας οδηγήσει σε μια πιο επεξεργασμένη προσέγγιση του Διαδικτύου; Τι είναι το διαδίκτυο για μας; Και ποια η σημασία του για τη γνωστική και –κατά περίπτωση- τη διδακτική πράξη; Πώς η αναθεωρημένη ματιά μας μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη διδακτική χρήση του ή και το πώς παρεμβαίνουμε ως εκπαιδευτικοί για να διαμορφώσουν οι μαθητές μας τη σχέση τους με το διαδίκτυο ως γνωστικό περιβάλλον;

Κι ας μην μπούμε στον πειρασμό να (αυτο-)υπονομεύσουμε  τα ερωτήματα απλουστεύοντάς τα ή θεωρώντας τα απαντημένα. Γιατί εμείς ,οι της εκπαίδευσης υπηρέτες, ξέρουμε πως μόνο μια κακή και άδικη φήμη μας θέλει να έχουμε όλες τις απαντήσεις. Εμείς ξέρουμε πως η δουλειά μας είναι να έχουμε τις ερωτήσεις (Πλάτων).Γιατί τίποτα δεν αξίζει όσο μια καλή ερώτηση που ενεργοποιεί και διεγείρει το  ανακαλυπτικό τάλαντο. Ο οίστρος , αυτή η σωκρατική αλογόμυγα, μας υποχρεώνει σχεδόν να γυρίζουμε γύρω γύρω από τα ίδια, γιατί διαισθητικά γνωρίζουμε ότι τα δεδομένα και τα αυτονόητα απαιτούν τη μεγαλύτερη διανοητική και στοχαστική προσπάθεια από μέρους μας.

Το βιβλίο

Ο Søren Kierkegaard2 είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μέσα σε μόλις τέσσερις δεκαετίες ζωής άφησε πίσω του ένα σπουδαίο φιλοσοφικό έργο, πρωτεργάτης της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, καθώς, πριν καλά καλά ανατείλουν οι νέοι καιροί, αυτός διαισθάνθηκε τη νέα απειλή , την απουσία Νοήματος και τη Θλίψη που αυτή κομίζει: Angst.Αγωνία.

Αφορμή για τη νέα, μετά από χρόνια, συνάντησή μου με τον Kierkegaard , ένα ξεχασμένο στη βιβλιοθήκη μου βιβλίο του Hubert L. Dreyfus3, καθηγητή φιλοσοφίας στο Berkeley, με πρωτότυπο τίτλο On the Internet, που κυκλοφόρησε το 2001 και στα ελληνικά3 το 2003.

Η μετάφραση έγινε από τον με σπουδές στη φιλοσοφία– πρώην συμφοιτητή μου- Πάρη Μπουρλάκη, ένοικο του φιλοσοφικού λόγου, ώστε να διασώζονται οι νοηματικές ζώνες που συνήθως κινδυνεύουν να χαθούν κατά τη μετάφραση.

Τελευταία, παρατηρώ ότι σε ό,τι αφορά τις τεχνολογίες αρχίζω να κοιτώ με καχυποψία τις παλιότερες εκδόσεις, σαν να είναι ξεπερασμένες και πια πολύ πίσω από τα πράγματα. Μια παλιότερη έκδοση όμως μπορεί να μας φανεί χρήσιμη για να δούμε με ποιο τρόπο προσέγγιζαν το θέμα παλιότερα, να χρησιμεύσει σαν αντίστιξη στην τρέχουσα προσέγγιση και επομένως, να αποκαλύψει ή να φωτίσει σημασίες.   Μπορεί επίσης, να μας βοηθήσει να αναγνώσουμε τη στρωματογραφία των απόψεων που επ-οικοδόμησαν τη δική μας άποψη και γνώση. Πέρα απ’ αυτά, το βιβλίο του Dreyfous με εξέπληξε: προσέγγιζε το θέμα από τη φιλοσοφική σκοπιά και ιδιαίτερα, με το βλέμμα του Søren Kierkegaard.  Μολονότι θα με έβγαζε από τον προγραμματισμό και το χρονοδιάγραμμα, -κι όπως αποδείχτηκε και από το αρχικό θέμα του άρθρου- , άρχισα να διαβάζω το βιβλίο από τη μέση προς το τέλος, κι ύστερα κανονικά από τη αρχή και ξανά μέχρι το τέλος, γιατί στο μεταξύ αποφάσισα ότι πραγματικά άξιζε τον κόπο να μεταφέρω αυτήν την οπτική και τις σκέψεις που μου προκάλεσε, στο blog μας και να τη μοιραστώ μαζί σας, έτσι σαν μια αναδρομική παρουσίαση βιβλίου. Ούτως ή άλλως, ο καθένας κομίζει αυτά που ξέρει κι αγαπά.

‘’Οι υπερβολικές προσδοκίες από τις υπερσυνδέσεις’’

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο ‘Οι υπερβολικές προσδοκίες από τις υπερσυνδέσεις’  ο συγγραφέας θέτει το καίριο ζήτημα της ανάκτησης των πληροφοριών στο διαδίκτυο. Το  ζήτημα αυτό αφορά άμεσα την διδακτική πράξη, καθώς εγείρει ποικίλα θέματα αξιοπιστίας, ακρίβειας, πληρότητας και πατρότητας περιεχομένου .Αφορά επίσης, και τις τεχνικές που οι μαθητές χρησιμοποιούν ή καλούνται να υιοθετήσουν, αλλά και τη στάση τους σχετικά  με την αναζήτηση των πληροφοριών.

Το διαδίκτυο αναιρεί την από την εποχή του Αριστοτέλη4 γραμμική ιεραρχική οργάνωση των πληροφοριών και αντικαθιστά την ταξινόμηση, την προσεκτική επιλογή και τις μόνιμες συλλογές των παραδοσιακών βιβλιοθηκών με τη διαφοροποίηση, την πρόσβαση στα πάντα και τις δυναμικές συλλογές, που χαρακτηρίζονται από τη διακειμενική εξέλιξη και επιτρέπουν την χάριν παιδιάς περιδιάβαση. Οι αλλαγές αυτές αντικαθιστούν τη σημασιολογική διάρθρωση των πληροφοριών με μια τυπική, συντακτική διάρθρωση, ανεξαρτήτως του νοήματος ( πχ. από τις διατροφικές συνήθειες της χελώνας μπορώ να οδηγηθώ στο παράδοξο του Ζήνωνα5 με τη χελώνα και το λαγό) και διαμορφώνουν άλλες αναγνωστικές πρακτικές , όπως και ένα άλλο αναγνωστικό ήθος.  Ο συγγραφέας επομένως, θέτει το θέμα της ταυτότητας που διαμορφώνεται στο νέο αυτό αναγνωστικό και γνωστικό περιβάλλον, όπου το άτομο δεν επιδιώκει σε κάθε περίπτωση  συστηματικά «να συλλέξει ό,τι είναι σημαντικό, αλλά να συνδεθεί με το ευρύτερο δυνατό δίκτυο πληροφοριών» (40), χωρίς πολλές φορές να αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεταξύ ανάκτησης δεδομένων (πχ. μιας διεύθυνσης) και ανάκτησης κειμένων, δηλαδή ‘διανοητικού περιεχομένου’.

Στη συνέχεια, ο Dreyfus αναφέρεται στις έρευνες για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης3 , ώστε η αναζήτηση να οδηγεί με μεγαλύτερη ασφάλεια στο ζητούμενο. Διαπιστώνει όμως, ότι η σωματική σύνδεση του ανθρώπου με τη ζωή, το περιβάλλον και γενικά, η διαισθητική διάσταση της ανθρώπινης φύσης , καθιστούν προς το παρόν αδύνατο να  μπορεί η αναζήτηση στο διαδίκτυο να παρακολουθεί και να ανταποκρίνεται στην ποικιλία της εκφοράς των εκάστοτε ερωτημάτων. Επομένως, αν και  βρίσκει πολλά όποιος ψάχνει στο διαδίκτυο,  « αυτό που δεν γνωρίζει είναι πόσα καλύτερα κείμενα παρέλειψε το σύστημα»(57).

Από τα παραπάνω εύλογα μπορούμε να σκεφτούμε ότι όσο και αν, από την εποχή που διατυπώθηκαν αυτές οι παρατηρήσεις, έχουν εξελιχθεί οι μηχανές αναζήτησης και όσο κι αν το κοινό είναι περισσότερο εξοικειωμένο με τη διαδικασία της αναζήτησης και το περιβάλλον του διαδικτύου, το πρόβλημα παραμένει και τροφοδοτεί τον προβληματισμό σε όλους όσοι εμπλέκονται με την εκπαίδευση. Με το να θέτουμε, βέβαια, το πρόβλημα, δεν το λύνουμε. Το να επαναφέρουμε όμως το πρόβλημα και να το οριοθετούμε και να το επαναδιατυπώνουμε, σημαίνει πως αναδεχόμαστε την παιδαγωγική ευθύνη και πως αντιλαμβανόμαστε ότι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο συντελείται η μάθηση στην εποχή μας,  είναι εξ ορισμού δυναμικό: άρα απαιτεί από τον εκπαιδευτικό συνεχή εγρήγορση και προβληματισμό, ώστε οτιδήποτε λανθάνει να αποκαλύπτεται με καθαρότητα και να καθίσταται ρητό.

Πολλές φορές η ένταξη των ΤΠΕ και του Διαδικτύου στην εκπαιδευτική πράξη είναι φορμαλιστική και επιφανειακή, προσχηματική ή βεβιασμένη. Δεν έχει νόημα να προσφεύγουμε στο διαδίκτυο απλώς για να φαίνεται ότι η διδασκαλία μας είναι εκσυγχρονισμένη και κοντά στις συνήθειες των μαθητών μας. Το διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει περιβάλλον μεστό πληροφοριών και γνώσης , αρκεί να έχουμε εξοπλιστεί οι ίδιοι για να μπορούμε να εξοπλίσουμε και τους μαθητές μας με την παραδοχή ότι αναζητούμε «τη γνώση ανάμεσα σε χιλιάδες σκουπίδια». Και, επίσης,  πως αυτό απαιτεί συστηματικό σχεδιασμό και καλλιέργεια μιας αναγνωστικής στάσης6 που προϋποθέτει αληθινό ενδιαφέρον για το προς διδασκαλία αντικείμενο και πως η πλάνη της αφθονίας των χρήσιμων πληροφοριών μπορεί να μας παρασύρει. Ποτέ δεν θα καταφέρει το διαδίκτυο από μόνο του να μας απαλλάξει από την επίπονη διαδρομή να εμβαθύνουμε στο θέμα που διερευνούμε, να αφιερώσουμε χρόνο, να εκτεθούμε στις αντιτιθέμενες απόψεις και την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης για την ‘τελετή λήξης’ της αναζήτησης και του τελικού προϊόντος από αυτήν την διαδρομή. Αυτό είναι το διαρκές μάθημα της καλής εκπαίδευσης:  ότι η γνώση δεν είναι μια απλή περιδιάβαση στους κήπους των πληροφοριών και πως δεν αποκόπτεται από τις ανάγκες του πλαισίου μέσα στο οποίο συντελείται και παράγεται , ούτε είναι ξένη από τον Εαυτό .Γι’ αυτό και η παιδαγωγική πράξη πάντα θα αναμετριέται με το θέμα του Νοήματος. Τι, δηλαδή, έχει νόημα να μεταδίδουμε, να μαθαίνουμε, να προκρίνουμε και να επιδιώκουμε.

‘’Πόσο μακριά βρίσκεται η μάθηση εξ αποστάσεως από την εκπαίδευση;’’

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας εστιάζει στην εξ αποστάσεως μάθηση, θέτοντας το ερώτημα : Σε ποιο βαθμό η μάθηση απαιτεί «προσωπική» εμπλοκή; Με τον όρο ‘προσωπική’ δεν εννοεί μόνο την ατομική  βούληση, αλλά και τη σωματική εμπλοκή, καθώς η όραση , η περιφερειακή όραση , η ακοή , η αντίληψη του πλαισίου και η διαισθητική αποτίμηση του χώρου , των γεγονότων και των προσώπων ως αδιαίρετου και μη αποδομούμενου όλου, συμβάλλουν, ώστε ο εκπαιδευόμενος να κατανοεί μέσω της φυσικής του παρουσίας το πλαίσιο εντός του οποίου έχουν νόημα αυτές οι πληροφορίες. Καμία προσομοίωση ή τεχνολογική διαμεσολάβηση δεν μπορεί να αναπαραγάγει πλήρως μια πραγματική κατάσταση , ώστε να προκαλέσει στον εκπαιδευόμενο αντιδράσεις όμοιες με αυτές που προκαλούνται κατά τη σωματική παρουσία, ιδιαίτερα αν πρόκειται να καλλιεργήσει σύνθετες δεξιότητες. Η διδαχή, η εξάσκηση ,η μαθητεία, η απόκτηση δεξιοτήτων είναι λειψές έξω από τους χώρους όπου εκπαιδευτής και εκπαιδευόμενος εμπλέκονται συναισθηματικά και  αλληλεπιδρούν και μεταξύ τους και με ό,τι τους περιβάλλει.

Οι παρατηρήσεις του προφανώς, δεν αναιρούν τις δυνατότητες για εξ αποστάσεως μάθηση.  Από τότε που έγραψε το βιβλίο του η τεχνολογική εξέλιξη έχει αλλάξει πολλά από τα δεδομένα της επιχειρηματολογίας του. Ωστόσο, η θέση του, μας είναι χρήσιμη, για να μας θυμίζει πόσο σύνθετο είναι το φαινόμενο της μάθησης και  πόσο σημαντική είναι  η συναισθηματική εμπλοκή και η συναίσθηση του εκπαιδευόμενου ότι η εμπλοκή του είναι μια μορφή ανάληψης ευθύνης, είναι επικοινωνία  μέσα σε μια ομάδα και σε σχέση με ένα πραγματικό περιβάλλον διεπίδρασης. Με άλλα λόγια, η κοινωνική διάσταση της μάθησης κυριολεκτικά υλοποιείται με τη σωματική εμπλοκή και πρόσληψη και  με τη συναισθηματική συμμετοχή μέσα σε ένα πλαίσιο αναφοράς. Και ,όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί, « Η αντίσταση στην εμπλοκή και στην ανάληψη κινδύνων οδηγεί, τελικά, στη στασιμότητα, την ανία και την οπισθοδρόμηση»(80).

Η ασώματη τηλεπαρουσία και η απόμακρη κατάσταση του πραγματικού

Στο 3ο κεφάλαιο εστιάζει στη σημασία της φυσικής παρουσίας στη διαδικασία της μάθησης και εκφράζει το σκεπτικισμό του για την αισιοδοξία ότι πλησιάζει η εποχή που η τεχνολογία θα μας απαλλάξει από το εντοπισμένο σώμα μας.  Αναφέρει την ανησυχία των ερωτηθέντων σε σχετική έρευνα ότι το διαδίκτυο προκαλεί απομόνωση, μοναξιά, κατάθλιψη, αν επιλεγεί ως τρόπος επαφής των ανθρώπων. Ο κίνδυνος ενός «κατακερματισμένου σε άτομα κόσμου, χωρίς επαφή και συναίσθημα» (103) μας θέτει το ερώτημα  «πώς θα βγούμε από την εσωτερική, ιδιωτική , υποκειμενική  κατ΄ αίσθησιν εμπειρία μας, ούτως ώστε να είμαστε ανάμεσα στα πράγματα και τους ανθρώπους, στον εξωτερικό κόσμο» (105).

Μολονότι ο Descartes7 με το περίφημο Cogito ergo sum  εξέφρασε την πεποίθησή του  ότι «δεν είμαστε ποτέ παρόντες στον κόσμο, ούτε καν στο ίδιο μας το σώμα, αλλά το μόνο που αντιλαμβανόμαστε άμεσα είναι το περιεχόμενο της ψυχής μας» , πραγματιστές όπως ο William James και ο John Dewey, αντιδρώντας στον καρτεσιανό ισχυρισμό ότι όλη η εμπειρία μας είναι έμμεση, τόνισαν ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η σχέση μας με τον κόσμο είναι η σχέση ενός ασώματου, αποστασιοποιημένου παρατηρητή ή , αντίθετα, η σχέση ενός εμπλεκόμενου, σωματικού προσώπου εν δράσει. Κατά την ανάλυσή τους, αυτό που δίνει την αίσθηση ότι είμαστε σε επαφή με την πραγματικότητα είναι ότι  «μπορούμε να χειριζόμαστε συμβάντα στον κόσμο, και να παίρνουμε αντιληπτική ανατροφοδότηση σχετικά με ό,τι έχουμε κάνει» (108). Βέβαια, αν επαρκούσε αυτό, τότε ο τηλεκήπος του Ken Goldberg8 είναι θα ήταν  τόσο πραγματικός , όσο και ο κήπος του γείτονά μας. Φυσικά, «όσο περισσότερο η τεχνολογία μας παρέχει πολυδιαυλική , πραγματικού χρόνου , διαδραστική σύζευξη, τόσο εντονότερη αίσθηση θα έχουμε της πλήρους παρουσίας απομακρυσμένων αντικειμένων  και ανθρώπων»(113).

Ένας ακόμη φιλόσοφος, στον οποίο ο συγγραφέας αναφέρεται για να ενισχύσει την άποψή του, ο Merleau-Ponty9, θεωρεί σημαντική τη λαβή πάνω στα πράγματα, την αίσθηση του πλαισίου αναφοράς, την αίσθηση της σωματικής αλληλεπίδρασης: αυτό που ονομάζει διασωματικότητα. Δεν είναι παρά αυτό που στην εκπαίδευση ξέρουμε: ότι ο δάσκαλος και ο μαθητής, κοιτάζονται στα μάτια, διδάσκουν και διδάσκονται αμοιβαία, μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς το οποίο νοηματοδοτεί όσα λέγονται και όσα γίνονται.   Το πλαίσιο αναφοράς είναι η διάθεση που επικρατεί στην αίθουσα διδασκαλίας και το σώμα είναι αυτό που επιτρέπει το συντονισμό με τη διάθεση, ώστε να αξιολογούνται και να κατανοούνται ανάλογα τα πράγματα. Όσο μικρότερη είναι αυτή η εμπλοκή,   τόσο λιγότερο αποτελεσματική είναι η μάθηση. Το σώμα μας λειτουργεί σιωπηρά στο υπόβαθρο της αντίληψης  και επηρεάζει την αίσθηση της πραγματικότητας και την αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους.

Πειράματα έχουν δείξει ότι  οι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη τάση να αποσκιρτούν κατά τις επικοινωνίες on line  μέσω υπολογιστή παρά πρόσωπο με πρόσωπο (131).

‘Ο μηδενισμός στη λεωφόρο της πληροφορίας: ανωνυμία και δέσμευση στη σημερινή εποχή’

(Τέταρτο κεφάλαιο)

Στο κείμενο με τίτλο ‘ The present Age’ ,το  1846,  ο Søren Kierkegaard λέει πως η εποχή του χαρακτηρίζεται από τον αποστασιοποιημένο στοχασμό, δηλαδή από μια στάση κριτική απέναντι στα πράγματα, χωρίς όμως το Υποκείμενο να εμπλέκεται πραγματικά και χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη. Ο αποστασιοποιημένος αυτός στοχασμός «ισοπεδώνει όλες τις διακρίσεις», οδηγεί στην απάθεια, στην απουσία πάθους για κάτι. Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό, ώστε να αξίζει να πεθάνει κανείς γι’ αυτό. Ο Nietzsche10 αυτή την στάση την ονόμασε μηδενισμό. Ο Kierkegaard θεωρεί υπεύθυνο γι’ αυτό το «κοινό». Το κοινό συνιστά μια «τερατώδη αφαίρεση» . Ο αίτιος γι’ αυτό είναι ο Τύπος.

Ο J. Habermas11 στο βιβλίο του The Structural Transformation of the Public Sphere εντοπίζει στα μέσα του 18ου αιώνα την αρχή αυτού που ο ίδιος ονομάζει δημόσια σφαίρα. Στον  τύπο και τα καφενεία παράγεται πολιτικός λόγος , χωρίς όμως όσοι τον εκφέρουν να έχουν και την αντίστοιχη της Αρχαίας Αθήνας ή Ρώμης πολιτική εξουσία. Στην εποχή του Διαφωτισμού ο λόγος, ο στοχασμός που παράγεται στη δημόσια σφαίρα, κυρίως από τον Τύπο, θεωρήθηκε βασικό συστατικό μιας ελεύθερης κοινωνίας, με την προϋπόθεση ότι είναι ορθολογικός και  αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα των πολιτών.

Ο αποστασιοποιημένος, όμως, στοχασμός, με την έννοια ότι δεν μετουσιώνεται σε απόφαση ή πράξη, είναι για τον Kierkegaard μια μορφή ισοπέδωσης. « Η νέα μαζική διανομή αποεντοπισμένων/αποπλαισιωμένων πληροφοριών καθιστά κάθε είδος πληροφοριών άμεσα προσιτό σε οποιονδήποτε, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν αποεντοπισμένο, αποστασιοποιημένο θεατή»(142). Ο τύπος ενθαρρύνει  τους πάντες να έχουν γνώμη για τα πάντα. Ενώ αυτό « ο J. Habermas το θεωρεί θρίαμβο του εκδημοκρατισμού, ο Kierkegaard κατάλαβε ότι η δημόσια σφαίρα έμελλε να γίνει ένας αποστασιοποιημένος κόσμος, στον οποίο όλοι έχουν γνώμη για όλα τα ζητήματα, χωρίς να χρειάζονται άμεση εμπειρία και χωρίς να έχουν ή να θέλουν να έχουν οποιαδήποτε ευθύνη»(142).

Κατά τον Kierkegaard « το κοινό […] διαβρώνει όλη τη σχετικότητα και τη συγκεκριμένη φύση της ατομικότητας» (142). «Η δεξιοτεχνία του κοινού έγκειται στο να αφήνει τα ζητήματα να κρίνονται και να αποφασίζονται, παραμένοντας αδρανές»(143). Αν το κοινό δεν χρειάζεται να αποφασίζει, τότε μπορεί να στοχάζεται για τα πάντα, να τα εξετάζει απ’ όλες τις πλευρές και να βρίσκει συνεχώς καινούριες πλευρές .Η συσσώρευση πληροφοριών, και η συνακόλουθη αναθεώρηση των απόψεων, οδηγεί στην επ’ αόριστον αναβολή μιας απόφασης. « Ο στοχασμός είναι ανά πάσα στιγμή ικανός να φωτίζει τα πράγματα με νέο φως και να αφήνει περιθώρια διαφυγής»(144). Έτσι μπορεί κάποιος να μην πράττει ποτέ. Και συνεχίζει: « …οι κύριες δυνάμεις του απρόσωπου: ο Τύπος και η ανωνυμία […] Είναι φοβερό το ότι κάποιος που δεν είναι κανένας […] μπορεί να βάλει σε κυκλοφορία οποιαδήποτε πλάνη χωρίς καν σκέψη για ευθύνες, με τη βοήθεια αυτού του φρικτού, δυσανάλογα ισχυρού μέσου επικοινωνίας» (145). Ο Kierkegaard εννοεί τον Τύπο. Κάλλιστα, όμως, εμείς θα μπορούσαμε να βάλουμε στη θέση του το Διαδίκτυο. Αυτή ήταν η μεγαλοφυΐα του.

Μιλάει επίσης για ομάδες ενδιαφερόντων, στις οποίες μπορούν να λέγονται τα πάντα από τους πάντες, η εικοτολογία  να νομιμοποιείται και να  ανθεί και η γνώμη του ειδήμονα να είναι απλώς μία από τις πολλές. Αυτό όμως, μπορεί να υπονομεύει τη γνώση. « Ό,τι ο Kierkegaard προείδε ως συνέπεια της χωρίς διάκριση και στράτευση κάλυψης των γεγονότων από τον Τύπο, έχει πια πλήρως πραγματοποιηθεί με το διαδίκτυο. Χάρη στις υπερσυνδέσεις, έχουν όντως ισοπεδωθεί οι μεστές νοήματος διαφορές. Έχουν εξαφανιστεί η σχετική σημασία και το νόημα. Αυτό ακριβώς είναι κατά μεγάλο μέρος και το θέλγητρο του διαδικτύου. Τίποτε δεν παραείναι τετριμμένο για να συμπεριληφθεί. Τίποτε δεν είναι τόσο σπουδαίο ώστε να αξιώνει πρωτοκαθεδρία» (147).Εκτός αυτού, ο Kierkegaard θα έλεγε για το Διαδίκτυο ό,τι είπε και για τον Τύπο: ο ανώνυμος παρατηρητής γοητεύεται και εθίζεται , γιατί δεν διακινδυνεύει τίποτε.

«Εναλλακτική επιλογή», κατά τον Kierkegaard, «στον ισοπεδωτικό και παραλυτικό στοχασμό του κοινού, είναι να αποδυθεί κανείς σε κάποιου είδους δραστηριότητα» (149), υιοθετώντας μια στάση ζωής την οποία απολυτοποιεί. Κάποιοι κάνουν ένα άλμα από τη ρηχότητα σε βαθύτερα νερά, σ’ αυτό που αποκαλεί αισθητική σφαίρα της ύπαρξης. Στην αισθητική σφαίρα οι άνθρωποι καθιστούν την απόλαυση κέντρο της ζωής τους.

Ο περιηγητής του Διαδικτύου , κατά τον Dreyfus, έχει κάνει τρόπο ζωής τη συλλογή πληροφοριών, έχει περιέργεια για τα πάντα, είναι πρόθυμος να ξοδέψει όλο το χρόνο του στην  αναζήτηση, θέλει να ξέρει ό,τι  πιο ‘hot’, η ενημέρωση είναι γι’ αυτόν αυτοσκοπός.  «Απολαμβάνει το εύρος των δυνατοτήτων»(151). Ο λάτρης του ωραίου κάνει τη διάκριση μεταξύ ωραίου και άσχημου. Αντίστοιχα, για τον άνθρωπο-περιηγητή του Διαδικτύου  που ζει στην αισθητική σφαίρα, η διάκριση αφορά στις  ενδιαφέρουσες και τις πληκτικές ιστοσελίδες, που απέχουν μόνο ένα κλικ: «Η ζωή συνίσταται στο να  καταπολεμήσουμε την πλήξη , όντας παρατηρητές οποιουδήποτε ενδιαφέροντος πράγματος στο σύμπαν και επικοινωνώντας με όλους όσοι έχουν τις ίδιες τάσεις. Αυτού του είδους η ζωή δημιουργεί ό,τι θα αποκαλούσαμε σήμερα μετα-νεοτερικό ‘εγώ’- ένα ‘εγώ’ που δεν έχει ορισμένο περιεχόμενο ή συνέχεια, αλλά είναι ανοιχτό σε όλες τις δυνατότητες και στο να αναλαμβάνει διαρκώς νέους ρόλους» (151).

Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει τη θέση της S. Turkle 12 : « Στο διαδίκτυο ενθαρρυνόμαστε να σκεφτούμε τον εαυτό μας ως ρευστό, αναδυόμενο, αποκεντρωμένο, πολυσχιδή και διαρκώς εν τω γίγνεσθαι». Και συμπεραίνει: « Το Διαδίκτυο έχει γίνει σημαντικό κοινωνικό εργαστήριο για πειραματισμό με τις συγκροτήσεις και ανασυγκροτήσεις του ‘εγώ’ που χαρακτηρίζουν τη μετανεοτερική εποχή» (152). Το άτομο, δηλαδή, μπορεί να υποδύεται πολλά ‘εγώ’ , ενθαρρύνεται να πειραματιστεί, να υποδυθεί οποιαδήποτε ταυτότητα, να παίξει το παιχνίδι της αλλαγής φύλου, επαγγέλματος, ηλικίας, χωρίς συνέπειες. Αυτό συνιστά μια ευκαιρία να αισθανθεί απελευθερωμένο και να υιοθετήσει νέα και συναρπαστικά ‘εγώ’.

Ωστόσο, η ζωή του αισθητή απειλείται από την επανάληψη, την πλήξη , την απουσία Νοήματος, την Απελπισία. Η συνειδητοποίηση αυτή εγείρει την απαίτηση για την επιδίωξη ενός ανώτερου τρόπου ζωής, στον επόμενο αναβαθμό, τον οποίο ο Kierkegaard αποκαλεί ηθική σφαίρα. «Σε αυτή τη σφαίρα , έχει κανείς σταθερή ταυτότητα και εμπλέκεται συναισθηματικά, όταν αφοσιώνεται στην πράξη […] οι άνθρωποι έχουν σχέδια ζωής και αναλαμβάνουν σοβαρά έργα […]έχουν σκοπούς οι οποίοι καθορίζουν τι πρέπει να γίνει και ποιες πληροφορίες έχουν σημασία για την επίτευξή τους»(155). Επομένως, αν η χρήση του Διαδικτύου συνδέεται με ενέργειες και επιλογές που προϋποθέτουν την ηθική δέσμευση του ατόμου και την ανάληψη της ευθύνης, επαρκούν για να άρουν το πρόβλημα; Ο Kierkegaard θα έλεγε ότι και πάλι η πολλαπλότητα ,η ρευστότητα ή και η αυθαιρεσία και η τυχαιότητα  των σκοπών , η ευκολία με την οποία κάποιος αλλάζει στόχους και αποδεσμεύεται απ’ αυτούς και ‘τρέπεται σε φυγή’, υπονομεύουν την έννοια της ηθικής. Όπως υπονομεύει την έννοια της ηθικής η αντίληψη ότι ‘αγαθό είναι αυτό που ο ίδιος θέλω και θεωρώ και ελεύθερα αποφασίζω’. Κατά τον Kierkegaard « η δέσμευση σε κάτι δεν έχει λαβή πάνω μου, αν είμαι πάντοτε ελεύθερος να την ανακαλέσω»(158). Όπως στο παράδειγμα του Jean Paul Sartre13 στο ‘Είναι και το Μηδέν’ με τον χαρτοπαίκτη που αποβραδίς αποφασίζει ελεύθερα να κόψει τη χαρτοπαιξία και το άλλο πρωί αποφασίζει ελεύθερα αν θα τηρήσει ή όχι την απόφασή του. Δέσμευση και αποδέσμευση, υπονομεύουν το Νόημα και οδηγούν σ’ αυτό που ονομάζει ο Kierkegaard απελπισία της ηθικής σφαίρας.

Για να αποδεσμευτεί από την ισοπέδωση το άτομο χρειάζεται μια ατομική ταυτότητα που ανοίγει έναν ηθικό κόσμο, μια « ιδιαίτερη δέσμευση που βιώνεται ως εμπειρία που αδράχνει όλο το Είναι»(159), μια άνευ όρων δέσμευση, που εδραιώνει ποιοτικές διακρίσεις ανάμεσα στο σπουδαίο και το τετριμμένο, το σημαντικό και το ασήμαντο, το σοβαρό και το παιγνιώδες.  Η στάση αυτή τοποθετεί το άτομο στη Χριστιανική/Θρησκευτική σφαίρα14 της ύπαρξης. Ο Kierkegaard επανειλημμένως είχε επικρίνει τον «κρατικό Χριστιανισμό14» , όπως τον αποκαλούσε, και τη θρησκευτικότητα που ακυρώνει τη σωματικότητα ή εναποθέτει τα πάντα στη μέριμνα του Θεού. Αυτό το αποκαλεί θρησκευτικότητα Α. Η θρησκευτικότητα Β όμως, είναι η άνευ όρων στράτευση σε κάτι πεπερασμένο και η ανάληψη της ευθύνης και των κινδύνων που απορρέουν απ’ αυτήν και δεν αφορά αποκλειστικά τη θρησκευτική εμπειρία ή την οποιαδήποτε πίστη. Μεταφέροντας ο Dreyfus τις διακρίσεις αυτές στο πεδίο του Διαδικτύου παρατηρεί ότι «μόνο η ριψοκίνδυνη άνευ όρων δέσμευση σε κάτι και η ισχυρή ταυτότητα την οποία αυτή δημιουργεί μπορεί να δώσει στο άτομο έναν κόσμο οργανωμένο από τις μοναδικές ποιοτικές διακρίσεις του ίδιου του ατόμου» (161), στάση ζωής  που δεν έχει καμιά σχέση με την προσομοίωση ή την αναδοχή ρόλων και ταυτοτήτων εικονικών.

« Εάν κάποιος είναι ήδη αφοσιωμένος σ’ ένα σκοπό, το Διαδίκτυο μπορεί να του δώσει μεγαλύτερη ευχέρεια για δράση, τόσο προσφέροντας σημαντικές σχετικές πληροφορίες, όσο και φέρνοντας σε επαφή τους αφοσιωμένους ανθρώπους με άλλους ανθρώπους, που συμμερίζονται τον εν λόγω σκοπό και είναι πρόθυμοι να αφιερώσουν χρόνο και χρήμα, διακινδυνεύοντας ίσως και τη ζωή τους, κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού»(183).

Πώς αυτό μπορεί να γίνει στο πλαίσιο του Διαδικτύου; Τι θα απαντούσε ο Kierkegaard; Θα έλεγε πρώτα πρώτα ότι το διαδίκτυο δεν απαγορεύει τη στράτευση και την με πάθος αφοσίωση σε κάτι , αλλά ότι την υπονομεύει διαρκώς. Υπονομεύει τη σφαίρα της αισθητικής, προσφέροντας εύκολη απόλαυση ή εύκολη ψευδο-πληροφόρηση και ψευδο-γνώση στις λεωφόρους των πληροφοριών, όπου η πλάνη της αφθονίας θολώνει την κρίση του ψηφιακού περιηγητή, καθώς μπορεί να ταυτίσει κάθε ευκαιριακή και επιπόλαιη πρόσκτηση της πληροφορίας με την Αλήθεια ή την Επιστημονική Γνώση. Υπονομεύει  την ηθική σφαίρα μέσω ενός ασώματου μηδενισμού, στο βαθμό  που ζει κανείς την  προσομοίωση μιας ζωής σε κοινωνικούς κυβερνοχώρους, ανώνυμες, ασώματες προσομοιώσεις δέσμευσης, από τις οποίες μπορείς να δραπετεύσεις ανά πάσα στιγμή. Η δέσμευση έχει νόημα, όταν αυτά που μαθαίνει κανείς στο διαδίκτυο τα  μεταφέρει στον σωματικό κοινωνικό χώρο , στην πραγματική ζωή, όταν η δέσμευση νοηματοδοτεί την πραγματική ζωή. Στην αρχαία Αγορά της Αθήνας οι συζητήσεις ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την ανάληψη της ευθύνης και της συνακόλουθης διακινδύνευσης να ψηφίσουν οι πολίτες δημόσια για τα θέματα της συζήτησης. Αντίθετα, η ψηφιακή Αγορά, στην οποία ανώνυμοι ψευδο-πολίτες εκφέρουν με επιπολαιότητα και χάριν παιδιάς γνώμη,  δεν είναι πραγματική πολιτική κοινότητα, δεν είναι καν μια ‘ουτοπική’ αγορά, « αλλά ένα εξωπραγματικό μέρος για ανώνυμους εξωπραγματικούς ανθρώπους», που μιλούν μια γλώσσα και εκφέρουν έναν Λόγο στον οποίο οι έννοιες και τα Νοήματα αν και συντακτικά νόμιμα, ακροβατούν στο μεταίχμιο του πραγματικού και του εξωπραγματικού. « Ως τέτοια , είναι επικίνδυνα δυστοπική» (185).

Επίλογος : Colorless green ideas sleep furiously 15

Χάρη στο βιβλίο του Dreyfus  η προσέγγιση των πάντα επίκαιρων ερωτημάτων σχετικά με το Διαδίκτυο εμπλουτίστηκε από τη φιλοσοφική ματιά του Kierkegaard. Ζητήματα που αφορούν στην εκπαίδευση και τις τεχνολογίες , μέσα από μια διαφορετική συλλογιστική , φωτίζονται και ανατροφοδοτούν τον προβληματισμό για το Νόημα στην εκπαίδευση, για την εκτεταμένη χρήση του διαδικτύου από τους μαθητές μας εντός και εκτός σχολείου, για την ταυτότητα και την ύπαρξη.

Θα ήθελα πραγματικά να σκέφτομαι ότι οι γενιές ,οι υπερεκτεθειμένες στην πληροφορία, θα μπορέσουν να λάβουν μια τέτοια παιδεία που να τους δίνει όλα τα μέσα και τις προϋποθέσεις να αρθρώνουν ερωτήματα και να μπορούν με υπομονή και μέθοδο να αναζητούν και να βρίσκουν απαντήσεις.

Ίσως πάνω από τα περιεχόμενα καθαυτά στην εκπαίδευση και πολύ περισσότερο πάνω από τα μέσα, αυτό που έχει σημασία είναι να συμβάλλουμε ώστε οι μαθητές μας να ακολουθήσουν με ασφάλεια τους αναβαθμούς της Ύπαρξης : από την απόλαυση της γνώσης και της αλήθειας , στη  δέσμευση και την ευθύνη απέναντι στον Εαυτό και τους Άλλους και από εκεί στην άνευ όρων συνειδητή στράτευση στις αξίες που δίνουν στην Ύπαρξη Νόημα. Να τους βοηθήσουμε να τρέχουν με ασφάλεια στις λεωφόρους των πληροφοριών εξοπλισμένοι με κριτήρια, ώστε να κρίνουν και να διαχωρίζουν το αληθές από το ψευδές, αναδεχόμενοι την τελική ευθύνη. Να τους βοηθήσουμε να συνειδητοποιήσουν ότι είτε μέσα, είτε έξω από Διαδίκτυο, τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα αφορούν όλες τις εποχές και τον καθένα ως πρόσωπο ξεχωριστά. Και πως σ΄ αυτήν την ενδιαφέρουσα και επίπονη διαδρομή η εκπαίδευση οφείλει να χρησιμοποιεί όλα ανεξαιρέτως τα μέσα και τα εργαλεία για να υπογραμμίσει ακριβώς αυτό: ότι η ζωή είναι κάτι εξόχως σοβαρό για να το στερεύουμε από Νόημα. Και σ’ αυτό  ο κάθε νέος δεν είναι μόνος. Αρκεί να απεκδυθεί το ανώνυμο ψηφιακό του πρόσωπο και να συνομιλήσει ισότιμα ως πρόσωπο με όλους αυτούς που κάτι έχουν να πουν ή έχουν  ήδη πει… Η εκπαίδευση σ΄ αυτό απευθύνεται και αυτό υπηρετεί: το ανθρώπινο πρόσωπο  που αρθρώνει ένα λόγο που δεν αρκείται σε μια στεγνή συντακτική ορθότητα15 , αλλά ένα λόγο γεμάτο με Νόημα για τον ίδιο , τα πράγματα, τον κόσμο, τους άλλους.

  1. α . https://el.wikipedia.org/wiki/Σωκράτης και  http://www.politeianet.gr/books/9789602223062-kanakis-n-ioannis-grigori-i-sokratiki-stratigiki-didaskalias-mathisis-66172 και http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/pentzopoulou_socrates_kierkegaard.html β.  Ο Σωκράτης σωφρόνιζε ηθικά και μόρφωνε τους συμπολίτες του , ενοχλώντας παράλληλα την καθεστηκυία τάξη, δρώντας σαν οίστρος (= αλογόμυγα) που ενοχλεί ένα νωθρό άλογο (πολιτεία ).
  2. https://el.wikipedia.org/wiki/Σαίρεν_Κίρκεγκωρ
  3. http://socrates.berkeley.edu/~hdreyfus/ και  http://www.politeianet.gr/sygrafeas/dreyfus-l-hubert-32231 και https://www.youtube.com/watch?v=ecLT5aiMc34
  4. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/filosofia/page_053.html?prev=true
  5. https://el.wikipedia.org/wiki/Παράδοξα_του_Ζήνωνα
  6. https://en.wikipedia.org/wiki/Roland_Barthes και  http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=143503
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/Ρενέ_Ντεκάρτ και www.youtube.com/watch?v=qUg-t5PBR8U
  8. www.youtube.com/watch?v=gbyy5vSg8w8
  9. https://el.wikipedia.org/wiki/Μωρίς_Μερλώ-Ποντύ και https://en.wikipedia.org/wiki/Maurice_Merleau-Ponty
  10. https://en.wikipedia.org/wiki/Nihilism και http://www.iep.utm.edu/nietzsch/
  11. http://plato.stanford.edu/entries/habermas/
  12. www.ted.com/talks/sherry_turkle_alone_together
  13. https://el.wikipedia.org/wiki/Ζαν-Πωλ_Σαρτρ και https://en.wikipedia.org/…/Being_and_Not
  14. https://en.wikipedia.org/wiki/S%C3%B8ren_Kierkegaard
  15. https://en.wikipedia.org/wiki/Colorless_green_ideas_sleep_furiously και http://www.chomsky.info/

6 Comments

  1. Ένα ακόμα άκρως εντυπωσιακό, γλωσσικά και εκφραστικά πλούσιο άρθρο, με έκδηλα σημάδια επιστημονικότητας, που απλώς σε μαγνητίζει! Το άρθρο σου παντρεύει τους προβληματισμούς του παρελθόντος με τους αντίστοιχους του παρόντος! Ένα από τα βασικά ζητήματα, που τίθενται, είναι η αναγκαιότητα να μπορούν οι μαθητές, καθώς χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, αντλώντας πληροφορίες, να διακρίνουν το χρήσιμο από το άχρηστο και το αληθινό από το ψέμα. Πιστεύω ότι η δεξιότητα αυτή κατακτιέται μέσω κατάλληλων διεργασιών κατά τη διδασκαλία διαφόρων μαθημάτων, όπως είναι αυτό της Γλώσσας, και πως είναι απαραίτητο οι εκπαιδευτικοί να δημιουργούν κατάλληλο πλαίσιο στην τάξη για να αποκτηθεί η συγκεκριμένη δεξιότητα από τους μαθητές τους (πόσο μάλλον σήμερα με τόσο μεγάλο όγκο πληροφόρησης).

    • Βασιλική,
      Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!
      Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι όλο και λιγότερο βρίσκουμε το χρόνο να μελετήσουμε κείμενα μεγάλης έκτασης – δε λέω βιβλίο, αν και αυτό κυρίως έχω κατά νου-, και να παρακολουθήσουμε μια επιμήκη διαδικασία εκδίπλωσης σκέψεων, συλλογισμών, επιχειρηματολογίας. Είμαι και γοητευμένη από όλα τα νέα μέσα κι εργαλεία και πρόθυμα τα υιοθετώ στην καθημερινότητά μου και στη διδασκαλία. Ωστόσο, ως φιλόλογος διαπιστώνω ότι, ενώ οι μικρές ‘ δομές’/ ‘όγκοι’ εύκολα προσαρμόζονται στα νέα μέσα, ευρύτερες δομές, που προϋποθέτουν χρόνο και προσήλωση, δύσκολα μεταφέρονται και επικοινωνούνται. Σ’ ό,τι αφορά στο σχολείο, την ευθύνη έχουν κυρίως τα Αναλυτικά Προγράμματα.
      Αν και το πρόβλημα είναι σύνθετο, λύσεις – κατά περίπτωση- πάντα βρίσκονται. Απλώς, θα ήθελα να ήταν η άμεση εμπλοκή, και των μαθητών μας και η δική μας, στα μεγάλα κείμενα ( και δεν εννοώ μόνο τα γλωσσικά) μεγαλύτερη και να μην καταγινόμαστε αποκλειστικά με ‘αποσπάσματα’. Ο λόγος που διαμορφώνεται μέσα στα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα είναι εξ ορισμού σύντομος, πυκνός, αποσπασματικός. Καλός, χρήσιμος, σπουδαίος. Υπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες. Σπουδαίες ανάγκες. Η σκέψη όμως δεν μπορεί να ασκείται μόνο στις μικρές φόρμες. Αν ,λοιπόν, δεν δημιουργήσουμε έναν οργανικά συνδεδεμένο χώρο και χρόνο, μέσα στα Α.Π. και μέσα στα ψηφιακά περιβάλλοντα, για την ενασχόληση με εκτενείς και συνθετότερες δομές/δημιουργίες, οι μαθητές μας θα στερηθούν τη γνώση και την απόλαυση από την επαφή τους με ένα σημαντικό κομμάτι του πανανθρώπινου πολιτισμού. Και αυτή η γνώση μπορεί κάλλιστα να συνδέεται με το παρόν και την καθημερινή εμπειρία , όπως πχ. ο Dreyfus προσέγγισε το Διαδίκτυο μέσα από τη φιλοσοφική σκέψη του Kierkegaard.

  2. Κατερίνα μου, το άρθρο σου πραγματικά με συνεπήρε. Θα συμφωνήσω μαζί σου στο ότι και εγώ κοιτάζω με καχυποψία όσα βιβλία έχω στη βιβλιοθήκη μου και αναφέρονται στην τεχνολογία. Σκεπτόμουν ποσό παλιομοδίτικα και ξεπερασμένα είναι και ότι δεν έχουν κάτι καινούριο να μου προσφέρουν. Όμως έχεις απόλυτο δίκιο σε αυτό που γράφεις και δεν είχα σκεφτεί πως και αυτά τα βιβλία είναι χρήσιμα για να δούμε με ποιον τρόπο προσέγγιζαν το θέμα παλιότερα.
    Απόδειξη το βιβλίο που μας παραθέτεις και το οποίο αγγίζει τόσο επίκαιρα ζήτημα και ας είχαν προσεγγιστεί το 19ο αιώνα. Ζητήματα όπως αυτά της αξιοπιστίας της διαδικτυακής πληροφορίας και τις τεχνικές που πρέπει να αποκτήσουν οι μαθητές για να αποφύγουν τυχόν παραπλανήσεις, ζητήματα σε σχέση με την εξ αποστάσεως εκπαίδευση και την παραδοσιακή εκπαίδευση καθώς επίσης και της ανωνυμίας του διαδικτύου.
    Πάνω απ’ όλα αυτό που θα κρατήσω και θεωρώ για εμένα προσωπικά σημαντικό είναι η τελευταία σου πρόταση «Η εκπαίδευση σ΄ αυτό απευθύνεται και αυτό υπηρετεί: το ανθρώπινο πρόσωπο που αρθρώνει ένα λόγο που δεν αρκείται σε μια στεγνή συντακτική ορθότητα , αλλά ένα λόγο γεμάτο με Νόημα για τον ίδιο , τα πράγματα, τον κόσμο, τους άλλους».

    • Καλλιόπη,
      νομίζω ότι η σκόνη του χρόνου που κάθεται πάνω στα βιβλία μας δεν φθείρει το περιεχόμενό τους, αν έχουν κάτι ωραίο ή ωφέλιμο να κομίσουν. Ίσως η εποχή μάς κάνει κάπως βιαστικούς, ανυπόμονους και αγχωμένους με νόρμες περί αποτελεσματικότητας και δείκτες διάφορους. Πάντα, όμως, η γνώση που έχει τη δύναμη να μας αλλάζει θέλει χρόνο και χώρο, αργές, επίμονες , κάποτε και επίπονες, διαδικασίες, ιδιαίτερα, όταν πρέπει κάπως να μετατοπίσουμε το βλέμμα μας και να δούμε τα πράγματα από μιαν άλλη σκοπιά, μιας άλλης εποχής.

  3. Κατερίνα, συμφωνώ με τις προλαλήσασες σχετικά με την ευφράδεια και την επιστημονικότητα του άρθρου. Ωστόσο, εγω θα μείνω στην πρωτοτυπία της εργασίας όχι μόνο στο επίπεδο του μεταπτυχιακού αλλά γενικότερα στο επίπεδο της αρθρογραφίας που αναφέρεται στην τεχνολογία. Οι ιδέες του συγκεκριμένου φιλοσόφου δένουν εξαιρετικά με τις ιδέες περι τεχνολογίας κι αυτό είναι ένα δικό σου επίτευγμα. Τέλος, με το συγκεκριμένο άρθρο γνώρισα έναν φιλόσοφο που ομολογουμένως δεν τον ήξερα και δεν τον είχα ξανακούσει!

    • Δημήτρη,
      το επίτευγμα της προσέγγισης του διαδικτύου με οδηγό τη φιλοσοφική σκέψη του Kierkegaard ανήκει στο συγγραφέα του βιβλίου « Το διαδίκτυο», τον Hubert L. Dreyfus. Εγώ, απλώς, προσπάθησα να μην προδώσω ούτε το συγγραφέα ούτε το φιλόσοφο. Ελπίζω να τα κατάφερα…
      Όσο για τη φιλοσοφία, αυτό που έχω να πω είναι ότι, εκτός από την τεράστια αναλυτική της δύναμη, έχει, ίσως, μόνον αυτή, απ’ όλα τα πνευματικά αγωνίσματα, και την παρηγορητική δύναμη να ενοποιεί τη σκέψη και τα πράγματα και να αποκαθιστά τον κατακερματισμένο από τις χωριστές επιστήμες κόσμο.

Γράψτε απάντηση